σκέψη

Με γενική έννοια, κάθε πνευματική ενέργεια. Από ψυχολογική άποψη, η σ. μπορεί να συνεπάγεται και ψυχικές ενέργειες πολύ διαφορετικές μεταξύ τους (π.χ. σύνθεση ενός μουσικού κομματιού, λύση ενός προβλήματος γεωμετρίας, μια ιατρική διάγνωση). Κατά το δεύτερο μισό του 19ου αι., διατυπώθηκαν διάφορες θεωρίες για τη σ. από τους ψυχολόγους και ο καθένας συνέβαλε σημαντικά, διαφωτίζοντας το πρόβλημα από πολλές απόψεις. Από την παρατήρηση των προσωπικών τους δεδομένων της γνώσης, που έδινε άλλωστε αβέβαια αποτελέσματα και δεν αντανακλούσε όλη την πορεία της σ. (αυτοπαρατηρησία), πέρασαν στην αντικειμενικότερη εξέταση της σ. ή μόνο ως ενός τρόπου έκφρασης της κινητικής οργάνωσης του ατόμου (κινητική θεωρία) ή ως δραστηριοτήτων που ενδιαφέρουν μόνο τον εγκέφαλο (κεντρική θεωρία) ή ως ιδιαίτερης εκδήλωσης των ενεργειών που σημειώνονται μεταξύ ενός ερεθισμού και μιας αντίδρασης, όπου ο εγκέφαλος παίζει μόνο το μηχανικό ρόλο του κέντρου μεταβίβασης (relais· περιφερειακή θεωρία). Με βάση τις έρευνες που έγιναν με τη μέθοδο δοκιμής και λάθους χαρακτηρίστηκε ουσιαστικά και η σ. ως το αποτέλεσμα μιας προγραμματισμένης άσκησης (θεωρία της μάθησης) και, τέλος, ως διαίσθηση σχέσεων στις καταστάσεις της ζωής των ανθρώπων και των ζώων (θεωρία του insight). Σήμερα οι θεωρίες αυτές διατυπώθηκαν και πάλι κατά διάφορους τρόπους από τις ψυχολογικές σχολές που ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με τη σκέψη. Κατά τη θεωρία της συμπεριφοράς, κάθε κατάσταση - ερεθισμός προκαλεί με το συνειρμό των παραστάσεων διάφορες απαντήσεις που διαφέρουν στη δυνατότητα τους να επαληθευθούν με βάση μια ιεραρχική σειρά: γι’ αυτή, όσο ισχυρότερο είναι το κίνητρο που έχει ως υπόβαθρο τόσο πιο σύντομος είναι ο χώρος και ο χρόνος που απαιτούνται για την πραγματοποίηση του σκοπού. Η μορφολογική ψυχολογία ανάπτυξε τις έννοιες του «ψυχολογικού πεδίου», που αντιπροσωπεύει τα όρια μέσα στα οποία οι λειτουργίες της σκέψης έχουν ένα νόημα, και του «οργανωμένου όλου» που εκφράζει την ύπαρξη συνδέσμων χώρου μεταξύ διάφορων στοιχείων του ψυχολογικού πεδίου σε συσχετισμό μεταξύ τους και που γίνονται αντιληπτά ως σύνολα. Η ψυχανάλυση βλέπει τη σ. ως ένα σύνολο διαδικασιών επεξεργασίας που τοποθετούνται μεταξύ της αντίληψης και της ενέργειας: η σ., και ιδιαίτερα οι γνωστικές διαδικασίες, εμφανίζεται για να βοηθήσει την ικανοποίηση πρωτόγονων οργανικών αναγκών. Στο φως της νεώτερης δυναμικής ψυχολογίας μπορούμε λοιπόν να ορίσουμε την ανάπτυξη της ενέργειας της σ. με τη βαθμιαία αντικατάσταση, κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας, της «αρχής της πραγματικότητας», με την «αρχή της απόλαυσης», που εκφράζεται με την ανάπτυξη των συνειδητών λειτουργιών προσαρμογής στην πραγματικότητα (η προσοχή, η μνήμη, η κρίση αντικατασταίνουν τη μετατόπιση, η ορθή πράξη αντικατασταίνει κινητική εκφόρτιση κλπ.). Η σ. αντιπροσωπεύει επομένως το μέσο για την αντοχή σε μια αύξηση της έντασης, ενώ η διαδικασία της εκφόρτισης εγκαταλείπεται με την επίδραση των ορίων που βάζει η πραγματικότητα: αυτός ο τρόπος ενέργειας γίνεται συνειδητός με τις συναρτήσεις του με τα μνημονικά ίχνη των λόγων. Η αρχή της πραγματικότητας, όσο οργανώνεται κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής, αποσυνδέει την πνευματική ενέργεια και αναθέτει στη φαντασία το καθήκον της ικανοποίησης της αρχής της απόλαυσης. Οι γνωστικές λειτουργίες και οι λειτουργίες της πρόβλεψης καταλήγουν έτσι να είναι οι πιο ώριμες και διαφοροποιημένες εκδηλώσεις της ανθρώπινης σκέψης.
* * *
η / σκέψις, -εως, ΝΜΑ [σκέπτομαι]
1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού σκέπτομαι, το να διανοείται, να στοχάζεται, να συλλογίζεται κανείς κάτι, καθώς και το αντικείμενο τού συλλογισμού του, στοχασμός, διαλογισμός, ιδέα, διανόημα (α. «κάθε τόσο έγερνε το κεφάλι και βυθιζόταν στις σκέψεις του» β. «μού ήλθε ξαφνικά η σκέψη να φύγω από εκεί» γ. «τὸ εὕρημα πολλῆς σκέψεως», Ιπποκρ.
δ. «ἐνθεὶς τῇ τέχνῃ σκέψιν», Αριστοφ.)
2. μελέτη, διερεύνηση, αναζήτηση με τον νου (α. «η απόφαση αυτή πάρθηκε έπειτα από πολλή σκέψη» β. «ταῡτα ἐξωτερικωτέρας ἐστὶ σκέψεως», Αριστοτ.)
3. σχέδιο, τρόπος ενέργειας (α. «έγιναν και συζητήθηκαν πολλές σκέψεις για την αντιμετώπιση τού προβλήματος, αλλά ακόμη δεν προκρίθηκε καμιά» β. «τὴν σκέψιν τῆς ἐπιβουλῆς μελετήσαντες», Μαλάλ. Ι.)
νεοελλ.
1. (βιολ.-ψυχολ.) το σύνολο τών έμμεσων συμβολικών αντιδράσεων σε εσωτερικά, δηλαδή εκείνα που προέρχονται από μέσα μας, και εξωτερικά, δηλαδή εκείνα που προέρχονται από το περιβάλλον, ερεθίσματα
2. (φιλοσ.) α) (κατά τον Πλάτ.) διεργασία κατά την οποία ο άνθρωπος θέτει ερωτήματα στον εαυτό του
β) (κατά τον Αριστοτ.) η ικανότητα χάρη στην οποία ο άνθρωπος συλλαμβάνει, γενικά, την ουσία τών πραγμάτων, σε αντιπαράθεση με την αίσθηση, που είναι η ικανότητα μέσω τής οποίας συλλαμβάνει την ενσωματωμένη στην ύλη ουσία
γ) (κατά τον Καρτέσιο) η αρχή κάθε αλήθειας και κάθε γνώσης, η οποία παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα τής πράξης τού σκέπτεσθαι, που είναι ιδιότητα τής ψυχής, δηλαδή ως κατάδειξη τών αποσαφηνισμένων ιδεών μέσω τών οποίων διασφαλίζεται η νοητική σύλληψη τών οντοτήτων τής πλάσης
δ) (κατά τον Σπινόζα) ένα από τα δύο κατηγορήματα τού θεού, ο οποίος αποτελεί το αντικείμενο τής ανθρώπινης γνώσης και που ταυτίζεται με τη φύση ως ολότητα, μέτοχος τής οποίας είναι ο άνθρωπος, πράγμα που σημαίνει ότι ο θεός είναι σκεπτόμενη ύπαρξη και, συνεπώς, σκέψη και θεός είναι έννοιες συνυφασμένες
ε) (κατά τον Καντ) αρχή που επιτρέπει τη γνώση, και όχι απλώς μία καθαρά υποκειμενική πραγματικότητα, και είναι επιφορτισμένη με την ερμηνεία τών φαινομένων, τα οποία ωστόσο δεν παράγει η ίδια
στ) (κατά τον Χέγκελ) δραστηριότητα που δεν υποδεικνύει μια ενδόμυχη και καθαρά νοητική πραγματικότητα αντιπαρατιθέμενη στην εξωτερική πραγματικότητα, αλλά η οποία αποτελεί την απόδειξη τής ανακλαστικής ταυτότητας μεταξύ υποκειμενικότητας και αντικειμενικότητας
ζ) (κατά τη μαρξ. φιλοσ.) διεργασία γενικευμένης ανάκλασης τής αντικειμενικής πραγματικότητας διαμεσολαβούμενη από την αισθητηριακή γνώση και θεμελιούμενη στην πρακτική δραστηριότητα τών ανθρώπων, διεργασία η οποία αποτελεί λειτουργία τής σε υψηλότατο βαθμό οργανωμένης ύλης, δηλαδή τού ανθρώπινου εγκεφάλου, που εμφανίστηκε και αναπτύχθηκε ως προϊόν τής κοινωνικής ζωής και τής κοινωνικο-ιστορικής εξέλιξης τού ανθρώπου
3. μέριμνα, φροντίδα, έγνοια («η σκέψη της γυρίζει διαρκώς στο παιδί της»)
4. δισταγμός, ανησυχία (α. «μού τά περιέγραψε έτσι ώστε μέ έβαλε σε σκέψη αν θα πρέπει να προχωρήσω»)
5. φρ. «νόμοι τής σκέψης» — οι τρεις παραδοσιακοί θεμελιακοί νόμοι τής λογικής, που είναι α) η αρχή της ταυτότητας
β) ο νόμος τής αντιφατικότητας
και γ) ο νόμος τού αποκλειόμενου τρίτου
μσν.
συνωμοσία («συνῄδει τῇ ἐπιβουλῆ... καὶ... ἐγίνωσκον τὴν σκέψιν», Θεοφάν.)
αρχ.
1. η διά μέσου τών αισθήσεων παρατήρηση («ἡ διὰ τῶν ὀμμάτων σκέψις», Πλάτ.)
2. (ιδίως στους σοφιστές και στους σκεπτικούς φιλοσόφους) αμφιβολία, σκεπτικισμός
3. η φιλοσοφία τών Σκεπτικών
4. επαγρύπνηση, διαφύλαξη
5. απόφαση, ψήφισμα («ἥ τε σκέψις ἀπεδοκιμάσθη», Ηρωδιαν.)
6. φρ. α) «oἱ ἀπὸ τῆς σκέψεως» — οι σκεπτικοί φιλόσοφοι (Σέξτ. Εμπ.)
β) «σκέψιν νέμειν» — σκέπτομαι για κάτι (Ευρ.)
γ) «σκέψις περί τίνος» — εξέταση γύρω από κάτι (Πλάτ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σκέψη — η 1. το να σκέπτεται κάποιος, στοχασμός: Χρειάζεται πολλή σκέψη αυτό το ζήτημα. 2. αυτό που σκέφτεται κάποιος: Δεν αποκαλύπτει τις σκέψεις του. 3. μέριμνα, φροντίδα: Τον κούρασε η σκέψη για την αποκατάσταση του γιου του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σκέψη — [скэпси] ооа. в. мысль, обдумывание,end размышление …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σκέψῃ — σκέπτομαι look aor subj mp 2nd sg σκέπτομαι look fut ind mp 2nd sg σκέψηι , σκέψις viewing fem dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ελλάδα - Φιλοσοφία και Σκέψη — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ Η φιλοσοφία ως κατανοητικός λόγος Όταν κανείς δοκιμάζει να προσεγγίσει την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, πρωτίστως έρχεται αντιμέτωπος με το ερώτημα για τη γένεσή της. Πράγματι, η νέα ποιότητα των φιλοσοφικών θεωρήσεων της… …   Dictionary of Greek

  • Νέα Σκέψη — Μηνιαίο αθηναϊκό λογοτεχνικό περιοδικό. Ιδρύθηκε το 1962 από τον ποιητή Χρήστο Κουλούρη. Στις σελίδες του, εκτός από κείμενα γνωστών λογοτεχνών, δημοσιεύονται ειδήσεις και σχόλια για την πνευματική και καλλιτεχνική κίνηση της πρωτεύουσας και της… …   Dictionary of Greek

  • Ευρώπη — I Μία από τις πέντε ηπείρους. Είναι το μικρότερο τμήμα του κόσμου μετά την Αυστραλία και την Ωκεανία. Από μία άποψη θα μπορούσε να θεωρηθεί το ακραίο δυτικό τμήμα της Ασίας, της οποίας αποτελεί τη φυσική προέκταση. Πράγματι, δεν υπάρχουν φυσικά… …   Dictionary of Greek

  • λογική — I (Μαθημ.). Μαθηματική επιστήμη, τα θεμέλια της οποίας βρίσκονται στο έργο του Αριστοτέλη Όργανον (βλ. λ. λογική [φιλοσοφική επιστήμη]). Ο μαθηματικός Μπουλ εισήγαγε στη λ. αυτή τον λογισμό, με τον οποίο αποφεύγονται πολλά προβλήματα που υπάρχουν …   Dictionary of Greek

  • κίνα — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003)Κράτος της ανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Μογγολία και τη Ρωσία, στα ΒΑ… …   Dictionary of Greek

  • Φόιερμπαχ, Λούντβιχ — (Feuerbach, Λάντσχουτ, Βαυαρία 1804 – Ρέχενμπεργκ, Νυρεμβέργη 1872). Γερμανός φιλόσοφος, θεμελιωτής του λεγόμενου φυσιοκρατικού ουμανισμού. Μαθητής του Χέγκελ στο Βερολίνο, ανακηρύχθηκε διδάκτορας το 1828, αλλά ο ανεξάρτητος χαρακτήρας του και ο… …   Dictionary of Greek

  • Βυζαντινή αυτοκρατορία — I Β.α., ή αλλιώς Μεταγενέστερο Ρωμαϊκό ή Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος, αποκαλείται συμβατικά το ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Πρωτεύουσα του τμήματος αυτού, που μετά την κατάλυση του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους συνέχισε περίπου για έντεκα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.